Αποδομώντας το Hollywood

Οι κλασικές αμερικάνικες ή χολιγουντιανές ταινίες μυθοπλασίας ή αλλιώς οι αμερικανιές αποκαλούνται συχνά cliché, καθώς συνήθως μετά τα πρώτα λεπτά προβλέπουμε εύκολα τι θα γίνει παρακάτω…
Κι όμως, παραμένουν πάντα εμπορικές. Γιατί άραγε;
Γιατί προβλέπουμε με ευκολία τη συνέχεια μιας χολιγουντιανής ταινίας μυθοπλασίας; Και, γιατί το Hollywood παραμένει πάντα στην κορυφή του κινηματογραφικού ενδιαφέροντος;
ft

Ο πρωταρχικός λόγος που οι χολιγουντιανές ταινίες μας αρέσουν οφείλεται στο ότι είναι πιο εύπεπτες, δηλαδή, τις κατανοούμε ευκολότερα. Αυτό έχει να κάνει με το σενάριο, το οποίο χτίζεται πάνω στη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, όπως δηλαδή χτίζονται και όλες οι ενέργειες/ σκέψεις του νου μας.

Έτσι, οι ταινίες αυτές γίνονται πιο κατανοητές, επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο ζητάνε από τον θεατή να δώσει το ελάχιστο του νου του: προσοχή, μνήμη, συμπερασματολογία και υποθετικότητα. Η μόνη συμμετοχή του θεατή σε αυτές έγκειται στη δημιουργία υποθέσεων, τις οποίες, εν πολλοίς, επιβάλλει ο σκηνοθέτης με τον τρόπο που στήνει την ταινία, δηλαδή ο σκηνοθέτης είναι αυτός που οδηγεί τη σκέψη των θεατών συχνά παραπλανώντας τους.

Πως το κατορθώνει αυτό;
Ακολουθώντας ή παραβιάζοντας – εν πολλοίς ή εν μέρει – τους κανόνες αφηγηματολογίας και υφολογίας της ταινίας. Όπως όλα τα έργα τέχνης, έτσι κι οι ταινίες έχουν κάποια μορφή η οποία χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη: το αφηγηματικό μέρος (πρόκειται για μια σειρά αφηγηματικών στοιχείων, τα οποία συγκροτούν την υπόθεση της ταινίας – κοινώς το σενάριο) και το υφολογικό μέρος (έχει να κάνει με τον τρόπο που κινείται η κάμερα, τους χρωματικούς συνδυασμούς του κάδρου, τη χρήση της μουσικής και άλλα επινοήματα από μέρους του σκηνοθέτη, εν ολίγοις, τα υφολογικά στοιχεία απορρέουν από τις διάφορες κινηματογραφικές τεχνικές και εφέ).
Οι χολιγουντιανές ταινίες έχουν έναν συγκεκριμένο τρόπο δόμησης της αφήγησης και σε αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι εύκολα προβλέπουμε τι θα γίνει παρακάτω, γιατί έχοντας δει πολλές από αυτές αποκτάμε ασυνείδητα οικειότητα με τον τρόπο δόμησής τους.
Για παράδειγμα σε ταινίες περιπέτειας μπορεί η ρομαντική αγάπη να αποτελεί την υποπλοκή. Πλοκή και Υποπλοκή – δηλαδή, η αφήγηση – μπλέκονται και στήνονται με τη βοήθεια των υφολογικών στοιχείων (που αναφέραμε παραπάνω) με τον εξής τρόπο:
α) εισαγωγή – έκθεση (γνωρίζουμε τους ήρωες)
β) μπλέξιμο (τα γεγονότα απρόοπτα και μη, που συμβαίνουν στους ήρωες)
γ) κορύφωση (το σημείο που η δράση φτάνει στο αποκορύφωμά της), και τέλος
δ) η λύση που συνήθως είναι happy end.
how-to-get-a-pa-job-in-hollywood-8
Όλα αυτά στήνονται μπροστά στα μάτια μας με:
α) αφηγηματική λογική, δηλαδή αιτιατική σχέση γεγονότων. Η κάθε σκηνή έχει έναν και μόνο σαφή σκοπό: να προωθήσει τη δράση ένα βήμα παραπέρα ακόμα κι όταν φαίνεται ότι την επιβραδύνει. Σκοπός των σκηνών, λοιπόν, είναι να φτάσει η ταινία στην κορύφωση και αυτό γίνεται με τρόπο που κάθε σκηνή λύνει κάτι ήσσονος σημασίας και δημιουργεί μια νέα αιτία για να πάει την υπόθεση ένα βήμα παραπέρα. Η νέα αυτή αιτία είναι ουσιαστικά το λεγόμενο κίνητρο που ενεργοποιεί και, ταυτόχρονα, δικαιολογεί τις κινήσεις των ηρώων.

β) σαφής καθορισμός χρόνου, είναι αξιοσημείωτο ότι οι ταινίες αυτές, που συνήθως κρατούν γύρω στα 90’, διαχειρίζονται τον χρόνο στο έπακρο, δηλαδή, είναι συγκεκριμένος ο χρόνος που θα αφιερωθεί στην έκθεση, στο μπλέξιμο, στην κορύφωση και στη λύση της αφήγησης. Αν μία ταινία παρεκκλίνει από αυτό, συνήθως δε θεωρείται καλοφτιαγμένη και υστερεί. Ακόμα, στον προσδιορισμό του χρόνου εντάσσεται και η επανάληψη.

Κατασκευή χολιγουντιανών ιστοριών:

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά των ταινιών αυτών είναι το ψυχολογικό κίνητρο του ήρωα και η κινηματογραφική σύμπτωση (το τυχαίο γεγονός που θα του παρουσιαστεί), που χτίζονται κατά κανόνα σε δύο άξονες δράσης: τη βασική πλοκή, που συνήθως είναι μια ρομαντική αγάπη και την υποπλοκή, που συνδέεται αιτιολογικά με την πλοκή, (αθλητισμός, εργασία, κ.α.) ή και αντίστροφα.

Γιατί μετά το τέλος μιας ταινίας κάποια συγκεκριμένα σημεία της έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό όλων και τα συζητούν;
Γιατί αυτά ήθελαν οι συντελεστές (σκηνοθέτης και σεναριογράφος) να θυμούνται όλοι. Και πως το πέτυχαν αυτό;
Με την επανάληψή τους σε τακτά χρονικά διαστήματα μέσα στην ταινία (συνήθως τρείς φορές). Τα επαναλαμβάνουν ενσωματώνοντάς τα στην ταινία μέσω της αφήγησης σε διαφορετικά σημεία αυτής. Συχνά, δε, αποτελούν και τα λεγόμενα μοτίβα της ταινίας.
γ) αναπαράσταση χώρου, σύνθεση του χώρου και προσανατολισμός των θεατών μέσω των ηρώων σε αυτή. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι αιτιακή σχέση με την αφήγηση έχουν και τα αντικείμενα, δηλαδή, βρίσκονται στην ταινία για κάποιον λόγο, κάπως χρησιμεύουν, κάτι συμβολίσουν κ.λπ.
Αφηγηματικά και υφολογικά στοιχεία, λοιπόν, συνδυάζονται και συνθέτουν την ταινία αποσκοπώντας στην εκπλήρωση τριών βασικών στόχων, που έχουν να κάνουν φυσικά με τον θεατή. Δηλαδή, ένα σενάριο για να θεωρηθεί επιτυχημένο πρέπει να επιτυγχάνει τρεις βασικούς στόχους, να δημιουργεί τα εξής τρία στοιχεία στον θεατή:
Suspense/ suspended (αγωνία, εκκρεμότητα), το οποίο επιτυγχάνεται με την καθυστέρηση εκπλήρωσης μιας προσδοκίας που δημιουργείται μέσω της υπόθεσης στον ήρωα.
Surprise (έκπληξη), είναι το αποτέλεσμα της προσδοκίας που αποδεικνύεται λαθεμένη, δηλαδή έγινε κάτι διαφορετικό από αυτό που πιστεύαμε εμείς ή ο ήρωας ότι θα γίνει ή έγινε κάτι που δεν το περιμέναμε.
Curiosity (περιέργεια), όταν μας μεταδίδει την ανάγκη να κάνουμε εικασίες για το τι θα συμβεί παρακάτω.
hollywood-sign-behind-cropped

Οι χολιγουντιανές ταινίες μετά το 1960 έχουν περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά χώρου – χρόνου – αιτιότητας, αν αλλάζει κάτι αυτό είναι οι τεχνικές που αποδίδονται, λαμβάνοντας πάντα υπόψη σε όλα αυτά και την πρόοδο της τεχνολογίας. Ωστόσο, υπάρχουν κι εκείνες οι ταινίες που, ναι μεν κατατάσσονται στις χολυγουντιανές, αλλά έχουν κάτι διαφορετικό.

Που οφείλεται λοιπόν αυτό το κάτι; Πάντα θα υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος να πούμε ή να κάνουμε κάτι. Σε αυτό, λοιπόν, έγκειται και το γεγονός ότι κάποιες αμερικάνικες ταινίες ξεχωρίζουν παραλλάσσοντας ένα στοιχείο της βασικής δομής που προαναφέραμε ή εφευρίσκοντας ένα νέο κ.λπ. Όλο το παιχνίδι λοιπόν βρίσκεται στη διαχείριση της αφήγησης!

Ποιος ο ρόλος του δημιουργού σε αυτό;

Η ιδέα ότι οι αντιλήψεις μας για τη μορφή της ταινίας πηγάζουν από προγενέστερες εμπειρίες μας είναι σημαντική πληροφορία για τον καλλιτέχνη. Δηλαδή, ο εκάστοτε σκηνοθέτης και σεναριογράφος γνωρίζει ότι ο θεατής έχει συνηθίσει να παρακολουθεί ταινίες δομημένες με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Συνεπώς, εκμεταλλεύεται κάτι τέτοιο ανατρέποντας αυτή τη δομή ή μέρος αυτής. Έτσι, προκαλεί την έκπληξη στον θεατή ανατρέποντας καθιερωμένες νόρμες / δομές που διέπουν το είδος της ταινίας που παρουσιάζει.

Είναι ή όχι ποιοτικές αυτές οι ταινίες;

Ο Truffaut έλεγε ότι όταν ένα φιλμ γίνεται επιτυχία γίνεται κοινωνικό γεγονός, άρα, το ερώτημα της ποιότητας έρχεται σε 2η μοίρα.

Σαφώς και μία εμπορική ταινία μπορεί να είναι και ποιοτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι εμπορικές ταινίες μπορούν να θεωρηθούν ποιοτικές. Πολλές ταινίες του αμερικάνικου κινηματογράφου έχουν δώσει πολλά περισσότερα στο κοινό τους πέρα από την ψυχαγωγία. Το να ανακαλύψει κάποιος το κλειδί της επιτυχίας και, τελικά, αυτό να αναχθεί σε φόρμα, που θα ακολουθούν χρόνια και χρόνια τόσοι και τόσοι μεταγενέστεροι αυτού είναι πολύ μεγάλη επιτυχία!

Προφανώς αυτός είναι και ο βασικός λόγος που ο χολιγουντιανός κινηματογράφος παραμένει στην κορυφή των προτιμήσεων!

“What’s in a name?”

Δημοκρατία Βόρειας Μακεδονίας…

Η αλήθεια είναι πως δεν ασχολήθηκα ποτέ ουσιαστικά με το ζήτημα του ονόματος των «Σκοπίων» ή -πλέον- «Βόρειας Μακεδονίας»… δε θεωρώ πως γνωρίζω καλά και σε βάθος την ιστορία της περιοχής, ωστόσο, πάντα «Σκόπια» ή «FYROM» άκουγα, και καπως έτσι φτάνουμε στην εμπειρία που έτυχε να ζήσω και στο να καταλήξω σε μια άποψη περί του ζητήματος.

Το 2015 συμμετείχα σε ένα κύκλο μαθημάτων στο εξωτερικό. Στο πρόγραμμα αυτό συμμετείχαν άνθρωποι από διάφορες χώρες. Σιγά σιγά γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Ένα πρωί έφτασα την ίδια ώρα με έναν κύριο που επίσης παρακολουθούσε το πρόγραμμα. Ήταν γύρω στα 50, μελαχρινός, ευθυτενής, ευγενής (αρχικώς) και ιατρός στο επάγγελμα. Πιάσαμε την κουβέντα (στα Αγγλικά) για το πρόγραμμα και γιατί το παρακολουθούμε, κ.α. Κάποια στιγμή, με ρώτησε το όνομα μου, κι εγώ, αμέσως μετά τις συστάσεις, τον ρώτησα από ποια χώρα είναι. Και τότε για πρώτη φορά ακούω κάποιον να λέει: “I am from Macedonia”. Για λίγα δευτερόλεπτα σταμάτησε το μυαλό μου, καθώς η ονομασία «Σκόπια» ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μου που -αρχικώς- δεν κατάλαβα, δεν μπόρεσα να έρθω στη θέση του και να σκεφτώ τα δικά του πιστεύω. Έτσι, αυθόρμητα και κοφτά του απαντάω: «You mean Thessaloniki, Greece». Και μου λέει με τη σειρά του: “You are from Greece, right?». «Yes, from an island, Crete”, απαντάω εγώ. Και μου λέει το προσβλητικό για εμένα: “You are not Greek”. Εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ και να βιώνω η ίδια πλέον την εχθρική κατάσταση που επικρατεί μεταξύ των Ελλήνων της ελληνικής επικράτειας της Μακεδονίας και των «Σκοπιανών» ή, πλέον, «Βόρειων Μακεδόνων. Δεν απάντησα τίποτα αυτή τη φορά κι η συζήτηση σταμάτησε εκεί, συνεχίσαμε να περπατάμε χωρίς να μιλάμε.

Από τότε, και για το υπόλοιπο διάστημα λέγαμε απλώς μια καλημέρα, κανείς δεν κοίταζε τον άλλον με μίσος, μόνο με πίκρα (έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον)…

Σκεφτόμουν ότι η φράση του δεν με είχε εξοργίσει, αλλά με είχε πικράνει πολύ, αμφισβητούσε την ταυτότητά μου, τις ρίζες μου… κι εγώ αγαπώ αυτό που είμαι! Τότε συνειδητοποίησα ότι -σύμφωνα με τα δικά του πιστεύω- ουσιαστικά, τον είχα προσβάλει πρώτη εγώ με εκείνο το αυθόρμητο: “You mean Thessaloniki, Greece”, θεωρώντας υποσυνείδητα ότι το όνομα/τη λέξη «Μακεδονία» μόνο οι Έλληνες πολίτες μπορούν να χρησιμοποιούν.

Δεν μου αρέσει ο εθνικισμός, όμως για πρώτη φορά -τότε- τον ένιωσα στο πετσί μου, ήταν από άμυνα σε όσα έχω μάθει ζώντας στη χώρα που έτυχε να ζω. Το ίδιο ομως ισχύει και για όσους έτυχε να ζουν στα «Σκόπια» ή -πλέον- «Βόρεια Μακεδονία».

Μερικά θέματα, δυστυχώς, δεν μπορούν να λυθούν, ο δρόμος ήταν μονόδρομος, χαμένη υπόθεση για εμας…. όλες οι χώρες την αποκαλούν “Macedonia” χρόνια τωρα…. κι αφού δεν λύθηκε το ζήτημα όταν είμασταν δυνατότεροι και εκείνοι αριθμούσαν λιγότερα χρόνια ως ανεξάρτητη χώρα, αφού τότε επικράτησε ο λαϊκισμός αντι να πρυτανεύσει η λογική, τώρα και πάλι καλά να λέμε… Τα διπλωματικά λάθη έγιναν από τη δίκη μας πλευρά και γι αυτό ευθύνονται πολιτικοί-εκκλησία-πολίτες.

Τωρα, ίσως, καλό και βοηθητικό (συμφέρον για εμας) θα ήταν να προωθούσαν και να μάθαιναν και οι δυο μεριες ίδια τοπική ιστορία, να προσέγγιζαν αντικειμενικά -όσο γίνεται- το ζήτημα. Και αυτό θα έπρεπε να ήταν ενας όρος στις διαπραγματεύσεις μας. Αυτό θα ήταν κάτι που θα διασφάλιζε μελλοντικά τα καθέκαστα και θα απάλλασσε και τις δυο μεριές από εθνικιστικές τάσεις, και θα διασφάλιζε και μια «αντικειμενική αλήθεια»...

Ομως τώρα, έτσι έχουν τα πράγματα και όπως έγραψε κάποτε και ο Shakespeare:

«what’s in a name?«

Οποια κι αν είναι η ιστορία (όσο εύκολο ή δύσκολο κι αν είναι να τη βρούμε και να την μάθουμε) δεν μπορεί να σβηστεί ή να αλλάξει απλώς και μόνο από ένα όνομα… Άλλωστε, το ζητούμενο είναι να γράφει κανείς τη δική του ιστορία, κι όχι να αναζητά επιβεβαίωση της σημαντικότητάς του μέσω προγόνων δικών του ή μη…

A storytelling…

Να πλάσεις μια ιστορία…  να γιατρέψεις την ψυχή σου….

Ιστορία είναι το να πεις κάτι σε κάποιον για κάποιο θέμα (υπαρκτό, φανταστικό, μελλοντικά σχέδια, κλπ). Η ιστορία η βάση της ανθρώπινης επικοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε οι ιστορίες υπάρχουν στη ζωή του ανθρώπου πολύ πριν τον γραπτό λόγο. Αυτό και μόνο δείχνει την σημαντικότητα τους. Ο Richard Kearney είχε πει πως:

Οι ιστορίες είναι μαζί με το φαγητό η βάση της ζωής μας. Το φαγητό μας δίνει ζωή και οι ιστορίες δίνουν αξία στη ζωή.

Η ιστορία, η αφήγηση, το παραμύθι, ο μύθος… όποιον όρο κι αν χρησιμοποιήσει κανείς, παρά τις μεταξύ τους διαφορές έχουν ένα κοινό σημείο… δρουν στη ζωή μας ως οργανωτική δομή.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι δημιουργοί της ιστορίας της ζωή μας, είπε κάποτε ο David Novitz.

Η προσωπική μας ιστορία μοιάζει με ταινία, τη δημιουργούμαι με τους ίδιους όρους που δημιουργείται μια ταινία, μόνο που αυτό γίνεται σε αδρές γραμμές και σχεδιάζεται μέσα στο κεφάλι μας νοητά…

Η ταινία της ζωής μας είναι φτιαγμένη με όσα έχουμε ζήσει, από τα οποία όμως επιλέγουμε ποια θα συγκρατήσουμε, ποια θα πούμε… και αυτά που θα πούμε, η ιστορία που θα φτιάξουμε μας βοηθάει να τακτοποιήσουμε σε μια σειρά στο μυαλό και στην καρδιά μας τα συμβάντα της ζωής μας.

Επίσης, και αυτά που δεν έχουμε ζήσει, τα όνειρα μας και τα σχέδια μας για το μέλλον και γι’ αυτά ακόμα κατασκευάζουμε μια ιστορία. Είτε για το άμεσο μέλλον είτε για το έμμεσο, είτε για σπουδαία μακροπρόθεσμα σχέδια είτε για μικρά ασήμαντα… π.χ. Αν δεν είχαμε μια ιστορία για το που, πως, γιατί και πότε ακριβώς θα κινηθούμε μετά το πέρας ενός καφέ, βγαίνοντας από την καφετέρια δεν θα ξέραμε τι να κάνουμε, που να πάμε, πώς να κινηθούμε… κάθε μέρα, κάθε λεπτό κατασκευάζουμε ιστορίες χωρίς να το συνειδητοποιούμε για τα πιο απλά ως τα πιο μεγάλα πράγματα…

Τα μόνα άτομα που ζουν μόνο για τις στιγμές, χωρίς να έχουν μια ιστορία για το πριν, το τώρα ή το μετά είναι τα άτομα που πάσχουν από τη νόσο Αλτζχάιμερ…

Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο για την πλειοψηφία των ανθρώπων να μιλήσει για τα συναισθήματά του, να αντιμετωπίσει τις φοβίες του κλπ.

Δύο θεραπευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν θεατρικές τεχνικές βοηθούν τους ανθρώπους να επανεξετάσουμε και να κατηγοριοποιήσουμε εκ νέου τις αναμνήσεις μας, και να ξαναπλάσουμε την ιστορία της ζωής μας θεραπεύοντας τις πληγές μας.

images

Συγκεκριμένα:

Η Δραματοθεραπεία είναι ένα είδος θεραπείας, που χρησιμοποιείς τεχνικές του θεάτρου για να βελτιώσει την ψυχική υγεία του ατόμου. Οι συμμετέχοντες εκτίθενται με συγκεκριμένη μέθοδο (παιχνίδι ρόλων, μουσική, χορός, ζωγραφική, κουκλοθέατρο) στο ερέθισμα που τους αγχώνει ώστε με το πέρασμα του χρόνου να αποκτήσουν τις ικανότητες που θα τους κάνουν να ελαχιστοποιήσουν την ενόχληση.

Το ψυχόδραμα είναι ένα είδος ομαδικής ψυχοθεραπείας, η οποία επινοήθηκε από τον Jacob Moreno. Οι συμμετέχοντες δραματοποιούν – δηλαδή αναπαριστούν θεατρικά – τωρινά, παρελθοντικά, και μελλοντικά γεγονότα / σχέδια της ζωής τους, αντί να μιλούν απλώς γι’ αυτά. Αυτό που πρέπει να δραματοποιηθεί από τους συμμετέχοντες δεν είναι μόνο η βιωμένη εμπειρία τους αλλά και οι ψυχολογικές εκφάνσεις που τη συνοδεύουν, όπως σκέψεις και συναισθήματα ή τρόποι αντιμετώπισης ενός προβλήματος.

Δραματοθεραπεία και ψυχόδραμα  λειτουργούν  τόσο καθαρτικά, καθώς το άτομο συνειδητοποιεί τα συναισθήματά του, όσο και παιδαγωγικά, καθώς το άτομο μαθαίνει να προσαρμόζεται στις διάφορες καταστάσεις της ζωής, υιοθετώντας νέους ρόλους.

Ε.Α.